Κοινωνια / Πολιτικη

Βιβλιοκριτική


Δημήτριος Κ. Ψυχογιός, Η πολιτική βία στην ελληνική κοινωνία, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα 2013, σελ. 266

(Στο ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Επιθεώρηση πολιτικής και ηθικής θεωρίας, Χειμώνας 2013-2014, Τεύχος 31)

http://www2.media.uoa.gr/sas/

Το βιβλίο του Δημήτρη Ψυχογιού αποτελείται από δύο μέρη. Στα τέσσερα δοκίμια που συναπαρτίζουν το πρώτο μέρος η παράθεση εμπειριών από την αντιδικτατορική δράση του συγγραφέα και η ιστορική αναδρομή, η οποία ξεκινά από τα χρόνια του Εμφυλίου, έχουν σκοπό να θεμελιώσουν την βασική θέση του περί των πολιτισμικών ριζών της πολιτικής βίας στην Ελλάδα, τις οποίες ανιχνεύει ήδη στις εθνοποιητικές διαδικασίες των απαρχών της.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου παρατίθεται μια επιλογή από την αρθρογραφία του στο Βήμα. Πρόκειται για δημοσιεύσεις που έγιναν από το 2001 έως το 2010. Το προσωπικό ύφος και η συγχρονικότητά τους, ως σχολιασμού γεγονότων της επικαιρότητας συνθέτουν ένα σύνολο που χαρακτηρίζεται από λόγο ευθύ, άμεσο αλλά και στοχαστικό πάντοτε με κεντρικό άξονα την πολιτική βία.

Οι συχνές αναφορές στους Δίδυμους Πύργους και στη διεθνή τρομοκρατία, συμπλέκονται στα κείμενα του Ψυχογιού με την ελληνική εκδοχή της πολιτικής βίας και της τρομοκρατίας -ως ακραίας μορφής έκφανσή της- αναδεικνύοντας τις ρητές και υπόρρητες χωροχρονικές συνέχειες και ασυνέχειες του φαινομένου. Το προσωπικό φίλτρο και αισθητήριο του συγγραφέα αναδεικνύει ακριβώς αυτό το οποίο προβάλλει στο δοκιμιακό μέρος του βιβλίου: η πολιτική βία ως φαινόμενο παγκόσμιο αλλά και ελληνικό είναι βαθιά πολιτισμικό και μπορεί και πρέπει να γίνεται κατανοητό ως τέτοιο, ούτως ώστε να αναγνωρίζονται τα κλισέ περί πολιτισμικών, ταξικών ή άλλων πολέμων, αντιστάσεων και επαναστάσεων, ενάντια σε ενίοτε φανταστικούς εχθρούς στο όνομα νεφελωδών και για αυτό ύποπτων διακηρύξεων.

Ο Ψυχογιός διακρίνει την αρχή της ‘αγωνιστικής ερμηνευτικής’ της ιστορικής ‘αλυσίδας αγώνων’ στην διαδικασία της ελληνικής ‘εθνογένεσης’. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, ‘είμαστε χώρα που τιμά τον πόλεμο, τον πολεμικό ηρωισμό, τους αγώνες – εθνικούς κοινωνικούς ταξικούς’ και συνεχίζει: ‘η ελληνική πολιτική ιδεολογία είναι εγκλωβισμένη ιδεολογικά στη βία, από την Άκρα Δεξιά και ως την Άκρα Αριστερά, όλα τα κόμματα αγωνίζονται επικαλούμενα παλαιότερους αγώνες. Έλεος όχι άλλους αγώνες’.

Πράγματι δεν είναι λίγες οι φορές που σε συμβολικό επίπεδο ο κλέφτης και ο αρματολός αποτελούν κοινό ρητορικό μοτίβο αγωνιστικής αναφοράς και για την Δεξιά και την Αριστερά, από τη μια ως σύμβολο της αγνότητας του έθνους και από την άλλη ως σύμβολο της αδάμαστης αντίστασης ενάντια στον καταπιεστή δυνάστη. Φαίνεται ότι η λαϊκιστική επίκληση της παλικαροσύνης του δεν συνδυάστηκε ποτέ με το γεγονός ότι η αμφίσημη δράση τους αποτέλεσε χαρακτηριστικό του αργού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας κατά τον 19ο αιώνα. Σύμφωνα εξάλλου με πολιτικούς επιστήμονες όπως ο Διαμαντούρος ο συγκρουσιακός πολιτισμικός δυισμός μεταξύ ‘εκσυγχρονιστών’ και ‘συντηρητικών’ ανάμεσα στους εξεγερμένους ελληνικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αποτελεί οντολογικό στοιχείο του ελληνικού έθνους – κράτους.
Η σύγκρουση αυτή με διάφορες μορφές (αυτόχθονες – ετερόχθονες, κωνσταντινικοί – βενιζελικοί, καθαρευουσιάνοι – δημοτικιστές, κομμουνιστές – δεξιοί κ.ο.κ) συνοδεύει την ιστορική πορεία της χώρας μέχρι σήμερα χωρίς να έχει καταστεί δυνατή η επίλυσή της. Ορόσημο πολιτικής βίας, αποτελεί ο φόνος του κατεξοχήν φορέα τού εκσυγχρονιστικού πνεύματος, του Ι. Καποδίστρια. Βέβαια αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο δεν είναι τόσο το πραγματολογικό υλικό του εκάστοτε διπόλου, όσο η κοινή μήτρα που τα γεννά και τα αναγεννά. Τα αρχαϊκά μοτίβα των τοπικιστικών ομαδοποιήσεων και συμφερόντων, του φόβου και της αντίδρασης απέναντι στην εκσυγχρονιστική αλλαγή, της διατήρησης οικονομικών και πολιτικών φέουδων, της οξείας ρητορείας περί προδοσίας και αγωνιστικής αντίστασης, είναι κοινά και ιδιαζόντως επαναλαμβανόμενα στη διαχρονία.

Η συγκρουσιακή λογική και ο διχαστικός τρόπος επίλυσης πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών αιτημάτων εντός της ελληνικής κοινωνίας δεν ανακόπηκε ούτε με το τέλος της εμφύλιας πολεμικής αναμέτρησης. Η αυξανόμενη επιρροή του στρατού ήδη από το 1922 και εντεύθεν, και η ανάδειξή του σε οιονεί προστάτη του ‘δεξιού’ κράτους της δεκαετίας του 1950 λειτούργησαν προς την επανεπιβεβαίωση των δυισμών και της παρόξυνσης των διχαστικών παθών.

Οι διχασμοί όμως, έδειξαν να κάμπτονται, έστω προς στιγμήν κατά τη “’σύντομη’ δεκαετία του 1960”, όπως έδειξαν οι εργασίες του ομώνυμου συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης το 2005. Η μείωση της εθνικοφροσύνης στις αγροτικές περιοχές και η πολιτική σύμπραξη της αριστεράς με αστικά πολιτικά μορφώματα, η πολιτιστική έκρηξη, τα πρώτα σημάδια οικονομικής ανάκαμψης, η επανεμφάνιση του φοιτητικού κινήματος και η Ευρωπαϊκή προοπτική είναι σταθερά σημάδια υπέρβασης από τα κάτω των ανορθολογικών και αρχαϊκών στοιχείων που ήταν ακόμα ισχυρά στην κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου. Τα αντανακλαστικά του πολιτισμικού δυισμού ωστόσο λειτούργησαν, ανακόπτοντας την ‘πολυεπίπεδη δημοκρατική έκρηξη’ της δεκαετίας εκείνης. Η νοθεία των εκλογών του 1961, τα Ιουλιανά και τέλος η επιβολή της δικτατορίας του 1967 ήρθαν απλά να προστεθούν στην μακρά ‘παράδοση’ σύγκρουσης ματαιώνοντας τις προσδοκίες όσων κοιτούσαν προς το μέλλον. Η πολιτική βία που εξέθρεψε η δικτατορία δεν μπορεί να ιδωθεί ωστόσο ξέχωρα από το παγκόσμιο πολιτικό κλίμα.

Η ‘μακρά δεκαετία του ‘70’ για την Ευρώπη είναι, σύμφωνα με τον Ψυχογιό, είναι η ‘δεκαετία του αριστερισμού, της εξτρεμιστικής αντικοινοβουλευτικής ή και ένοπλης Αριστεράς’. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ, η πολιτική και πολιτισμική αντίδραση των ‘μπέιμπι μπούμερ’ ενάντια στην γενιά που προκάλεσε τον Β’ ΠΠ, τα διεθνή ‘επαναστατικά παραδείγματα’ στην Κούβα, την Κίνα, την Λ. Αμερική, η εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία, η ‘άνοδος της Νέας Αριστεράς’ στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και η ένοπλη δράση των παλαιστινιακών οργανώσεων ενάντια Ισραηλινών επί ευρωπαϊκού εδάφους, συνοψίζουν το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο στο οποίο γεννιέται και εξελίσσεται η πολιτική βία στην Ευρώπη της περιόδου. Ο Ψυχογιός υπήρξε ενεργός αντιστασιακός και για αυτό η μαρτυρία του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Ανασυνθέτει διά της προσωπικής του εμπειρίας το πλαίσιο της πολιτικής βίας, όπως αυτή εκφράστηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Μέσα από την γλαφυρή εξιστόρησή του ο συγγραφέας συνδέει την πολιτική βία κατά τη διάρκεια της χούντας με την πρότερη εμφυλιακή – μετεμφυλιακή πολιτική σύγκρουση: ‘η δικτατορία ήταν η συνέχεια της πιο ακραίας μορφής πολιτικής βίας που είχε γνωρίσει η Ελλάδα, του εμφυλίου πολέμου’. Κάπως έτσι και η αντίσταση σε αυτή μέσω των βομβιστικών επιθέσεων και άλλων επαναστατικών δράσεων συμπλήρωσε το συγκρουσιακό δίπολο.

Ενώ αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της επαναστατικής δράσης εκείνη τη δεδομένη χρονική στιγμή, προβαίνει στο πικρό συμπέρασμα: ‘Δεν αρνηθήκαμε την εμφύλια βία, δεχθήκαμε την πρόκληση και απαντήσαμε με βόμβες – αυτό αποδείχθηκε εκ των υστέρων λάθος’. Και αυτό το λάθος έγκειται στο ότι, όπως ο ίδιος επισημαίνει, οι δικές τους βόμβες αποτέλεσαν το συμβολικό κεφάλαιο πάνω στο οποίο βασίστηκαν οι μετέπειτα βόμβες εναντίον της Δημοκρατίας από το 1974 και εντεύθεν: ‘η βόμβα… διαιώνιζε τη βία ιδεολογικά και πολιτισμικά’.Κάπως έτσι η αντίσταση ενάντια στη χούντα των Συνταγματαρχών μετατράπηκε σχεδόν ‘φυσιολογικά’, σε αντίσταση ενάντια στην ‘κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου’, δηλαδή ‘των κυβερνήσεων του Μνημονίου’.

Κατά τον Ψυχογιό, η ‘ελληνική τρομοκρατική ιδιαιτερότητα’, ως ακραία μορφή της πολιτικής βίας, έγκειται στο ότι αυτού του είδους η δράση όχι μόνο δεν μειώθηκε από την δεκαετία του 1980 και εντεύθεν, όπως συνέβη στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά συμπληρώθηκε από εξαιρετικά βίαιες μορφές, όπως αλλεπάλληλες συγκρούσεις, πορείες και διαδηλώσεις, καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Νέες τρομοκρατικές οργανώσεις εμφανίστηκαν μετά το τέλος του ΕΛΑ και της 17Ν με έμφαση στις βομβιστικές επιθέσεις αλλά και τις δολοφονίες. Την ίδια στιγμή οι συνδικαλιστικές, μαθητικές και φοιτητικές διαμαρτυρίες, είτε λόγω επετειακών αναμνήσεων (λόγου χάρη, Πολυτεχνείο), είτε ως αντίδραση σε μεταρρυθμίσεις ή στην απώλεια ‘κεκτημένων’ δικαιωμάτων οδήγησαν και οδηγούν ακόμη σε πολλές περιπτώσεις, στο επαναλαμβανόμενο μοτίβο των εκτεταμένων αιματηρών επεισοδίων, των καταστροφών δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας.

Και όμως, η Μεταπολίτευση υπήρξε περίοδος πρωτοφανούς οικονομικής ευμάρειας και πολιτικής ομαλότητας στην ελληνική ιστορία. Το δημοκρατικό πολίτευμα ισχυροποιήθηκε, το ΚΚΕ νομιμοποιήθηκε τερματίζοντας δεκαετίες πολιτικού μίσους, η Ελλάδα έγινε μέλος της Ε.Ο.Κ/Ε.Ε. και στη συνέχεια της Ευρωζώνης. Η εμβάθυνση των δημοκρατικών θεσμών, η ενίσχυση του συνδικαλιστικού κινήματος και η ανοδική κοινωνική κινητικότητα των μαζών έγιναν πραγματικότητα. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν όμως, ότι κατά την δεκαετία του 1980 το ελληνικό πολιτικό σύστημα επέδειξε ανοχή στην τρομοκρατική βία, η οποία δικαιολογήθηκε από τις μάζες, όποτε στρεφόταν εναντίον του ‘συστήματος’ και της κρατικής βίας. Η πολιτική βία λοιπόν εκλογικεύεται και νομιμοποιείται, ενώ την ίδια στιγμή ο συνδυασμός ανικανότητας στην αστυνομική πάταξή της και η απουσία ουσιαστικού πολιτικού λόγου εναντίον της ευνοούν την περαιτέρω ευδοκίμησή της.

Ο Ψυχογιός αναφέρει ότι αν και η πολιτική βία έχει πάρει κατά καιρούς όλα τα πολιτικά πρόσημα, το πολιτισμικό της υπόβαθρο παρέμεινε διαχρονικά το ίδιο διαπερνώντας οριζόντια όλου το πολιτικό φάσμα. Εθνικισμός και λαϊκισμός με έντονα αγωνιστικά χαρακτηριστικά, ενδεδυμένοι με στερεότυπα και φαντασιώσεις για ‘εχθρούς’ που επιβουλεύονται την χώρα, κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα, ‘χαμένες’ γενιές, επιθέσεις ενάντια στον ‘χειμαζόμενο’ λαό με την τρισχιλιετή ιστορία, είναι κοινά ρητορικά μοτίβα τα οποία απολήγουν σε βίαιες εκρήξεις κοινού ‘γενετικού’, δηλαδή πολιτισμικού, κώδικα.

Ο συγγραφέας διακρίνει το ίδιο μοτίβο και στην ρητορεία της Χρυσής Αυγής ερμηνεύοντας κατά αυτό τον τρόπο την εκλογική και μετέπειτα περαιτέρω δημοσκοπική άνοδό της. Θεωρεί ότι η χρήση όμοιων αγωνιστικών κλισέ, ο έκδηλος αντιευρωπαϊσμός της, η προώθηση πολιτικής βίας και το μεταναστευτικό ζήτημα αποτελούν την βάση της δημοφιλίας της. Ως εκ τούτου η Χρυσή Αυγή αξιοποιεί ‘δημιουργικά’ το κλίμα ‘διάχυτης βίας’ εντός της ελληνικής κοινωνίας και την εν γένει συγκρουσιακή ρητορεία με το ‘κατεστημένο’ (παραδείγματος χάρη ‘Αγανακτισμένοι’, ‘Δεν Πληρώνω’, ‘Κερατέα’ κτλ), που όμως δεν είναι καινοφανή φαινόμενα ως αγωνιστικές ρητορείες. Για αυτό ο λόγος και οι δράσεις της όχι μόνο δεν προκαλούν αποστροφή σε μεγάλο κομμάτι των μαζών, αλλά εύκολα βρίσκουν ευήκοα ώτα ανάμεσα στους απελπισμένους ψηφοφόρους, οι οποίοι είναι σε μεγάλο βαθμό από καιρό εξοικειωμένοι με αυτού του είδους τον λόγο και την στάση.

Ο Ψυχογιός συνοψίζει την ουσία του βιβλίου του επισημαίνοντας ότι: ‘κοινωνίες που έχουν ανάγκη να αναβαπτίζονται συνεχώς στη βία, είναι προβληματικές κοινωνίες, δεν είναι δημιουργικές, δεν θα πάνε μπροστά… αν τότε πρώτη προτεραιότητα ήταν η ανατροπή της Χούντας, σήμερα είναι να απαλλαγούμε από την κουλτούρα της βίας’.

Βεβαιώς η δολοφονία Φύσσα δείχνει να θέτει τα όρια της ανοχής ή/και επιδοκιμασίας της δράσης της Χρυσής Αυγής όπως και των αντίπαλων εξτρεμισμών (με τη διπλή δολοφονία του Νέου Ηρακλείου να λειτουργεί καταλυτικά στο σημείο αυτό) και κατ’ επέκταση της πολιτικής βίας αυτής καθ’ εαυτής. Μένει ωστόσο να φανεί και η έκταση αλλά και η έκβαση αυτής της συνειδητοποίησης.

 Γιώργος Τζιούμαρης

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s