Πολιτιστικη Διαχειριση

Μετρώντας τον Αντίκτυπο: Ο Χρόνος, η “Αξία”, & οι Τέχνες


chronos

Στο παρόν κείμενο θα εξετάσουμε την προσέγγιση του Pinnock* (2009), περί της κεντρικότητας του χρόνου στην μέτρηση της «αξίας» των τεχνών ως δείκτη συμπληρωματικό του χρήματος. Θα παρακολουθήσουμε τους λόγους της κρισιμότητας του λόγου περί «αξίας» και θα διερευνήσουμε την σημασία των επιχειρημάτων του στα πλαίσια της δημόσιας πολιτικής και της οικονομίας.

Ο Pinnock υπογραμμίζει τον ρόλο του χρόνου ως δείκτη «αξίας» στα πλαίσια των οικονομικών του πολιτισμού. Αμφισβητεί την εγκυρότητα του χρήματος, δηλαδή της πρόθεσης της αγοράς (willingness to pay) ως μοναδικού δείκτη «αξίας» ενός πολιτιστικού προϊόντος. Ισχυρίζεται ότι η εισαγωγή του χρόνου ως δείκτη εκ του παραλλήλου με αυτόν του χρήματος, διευρύνει τις αναλυτικές ικανότητές μας, όσον αφορά τις καταναλωτικές συμπεριφορές των ατόμων, με τρόπους που ο δεύτερος αποτυγχάνει.

Θεωρεί, ότι η κατανάλωση χρόνου κατά το παρελθόν, στα πλαίσια μιας μαθησιακής εμπειρίας με επίκεντρο τις τέχνες, εφόσον συνυπολογιστεί, αποδίδει μετρήσιμα αποτελέσματα για την πολιτιστική κατανάλωσή τους στο παρόν αλλά και το μέλλον. Σημειώνει, ότι οι τέχνες ως φορείς νοήματος επηρεάζουν τις πεποιθήσεις και τον τρόπο σκέψης των καταναλωτών, παράγοντας αποτελέσματα σε κοινωνικό αλλά και οικονομικό επίπεδο. Συνεπώς, η κατά το δυνατόν πληρέστερη περιγραφή της έννοιας της «αξίας» αλλά και των τρόπων που αυτή παράγεται αποτελούν κρίσιμες πληροφορίες οικονομικού αλλά και πολιτικού ενδιαφέροντος.

Επιπλέον, τονίζει, ότι ο χρόνος, ως δείκτης, μπορεί να βοηθήσει στην «σύλληψη και ποσοτικοποίηση» αντίκτυπων «αξίας» που δεν εμφανίζονται στο οικονομικό επίπεδο, αλλά το επηρεάζουν καθοριστικά . Ανιχνεύοντας την ιστορική διαδρομή αυτού που ονομάζει «time-blind cultural economics» και την προβληματική, κατά τον ίδιο, σχέση τους με την «αξία», διαπιστώνει την ανάγκη εκ νέου ορισμού και αντίληψης των διαδικασιών παραγωγής της, και συνεπώς την ακριβέστερη περιγραφή του παραγόμενου αντίκτυπου. Προκρίνει τον χρόνο ως βασικό συστατικό στοιχείο μιας βιώσιμης πολιτικής ανάπτυξης και καλεί σε περαιτέρω έρευνα στο συγκεκριμένο τομέα.

Ήδη από τις αρχές τις δεκαετίας του 1990 είχε γίνει αντιληπτή η σημαντικότητα της συμβολής των τεχνών και του πολιτισμού εν γένει, στην αύξηση του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος και στην δημιουργία θέσεων εργασίας (Hesmondalgh 2008: 4). Η ένταξή τους όμως στον πυρήνα της δημόσιας πολιτικής πραγματοποιείται από την κυβέρνηση Blair το 1997 και την δημιουργία ενός ξεχωριστού οικονομικού τομέα, αυτού των δημιουργικών βιομηχανιών (Flew 2012: 9). Δημιουργείται ειδική ομάδα (CITF) εντός του νεοσύστατου υπουργείου Department  for Culture, Media and Sports (DCMS), η οποία αναλαμβάνει να οριοθετήσει και εν τέλει να στηρίξει μέσω στρατηγικών πολιτικής, αλλά και μέτρησης αποτελεσμάτων, τον νεοπαγή αναπτυξιακό τομέα της Βρετανικής οικονομίας (Ibidem).

Παρήχθησαν, λοιπόν, από το DCMS, σειρά κειμένων με πιο χαρακτηριστικά τα κείμενα χαρτογράφησης (Mapping Documents) του 1998 και του 2001, όπου προσδιορίζεται η φυσιογνωμία και οι οικονομικές προσδοκίες των δημιουργικών βιομηχανιών για τα ερχόμενα έτη. Επίσης, την ίδια περίοδο συστηματοποιούνται και οι μέθοδοι παρατήρησης και αξιολόγησης της λειτουργίας και των αποτελεσμάτων σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Η έμφαση είναι διπλή. Ενώ έχει διακηρυχθεί η οικονομική βαρύτητα των δημιουργικών βιομηχανιών, παράλληλα μεγάλη έμφαση δίνεται στον ρόλο των τεχνών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

Αναφορές που υιοθετήθηκαν ή παρήχθησαν από το DCMS όπως το «Supporting Excellence in the Arts. From Measurement to Judgement» (McMaster 2008) καθώς και το «Achieving great art for everyone» (ACE: 2010), αναδεικνύουν δύο αλληλοσυμπληρούμενες αντιλήψεις για τις τέχνες. Η μία είναι η έννοια του αριστείου στην δημιουργία τους (excellence in arts) και η άλλη είναι η πεποίθηση της ουσιαστικής προώθησης της κοινωνικής συνοχής και ειρήνης, της πολυπολιτισμικότητας αλλά και της ατομικής βελτίωσης σε πνευματικό και ψυχολογικό επίπεδο. Μπορούμε ήδη να διακρίνουμε, σε αδρές γραμμές, δύο προσεγγίσεις της «αξίας» των τεχνών. Η μία είναι η οικονομική και η άλλη η κοινωνική – πολιτισμική.

Σύμφωνα με τον Throsby, η οικονομική αξία των τεχνών έγκειται στην επιθυμία του καταναλωτή να πληρώσει για την απόκτηση ενός πολιτιστικού αγαθού (2010: 18). Κατά αυτόν τον τρόπο, συνεχίζει, έχουμε έναν πολύ συγκεκριμένο και μετρήσιμο τρόπο ορισμού της «αξίας» που διαπλέκεται βέβαια και με την αισθητική αξία, η οποία, αντιθέτως, είναι δυσκολότερο να περιγραφεί αντικειμενικά (Ibidem). Αυτή η ένταση μεταξύ οικονομικού και αισθητικού προκύπτει από το γεγονός ότι τα πολιτιστικά αγαθά είναι «ανάμεικτα» (mixed goods), διότι έχουν τον διττό χαρακτήρα του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου αγαθού. Αν, ως ιδιωτικά αγαθά, μας λέει ο Throsby, μπορούν να πωληθούν και να αγοραστούν αυτό δεν μπορεί να συμβεί με τα δημόσια αγαθά τα οποία καταναλώνονται από πολλούς ταυτόχρονα και ενέχουν σε πολλές περιπτώσεις κοινωφελή χαρακτήρα. Είναι δηλαδή «non-market goods» (Ibid: 18, 19).

Από την άλλη πλευρά, η αναγνώριση της κοινωνικής – πολιτισμικής αξίας των τεχνών έχει βαθύτερες ρίζες. Οι Belfiore και Bennett, στο έργο τους «The social impact of arts» (2008) ανιχνεύουν τον λόγο για τις θετικές αλλά και αρνητικές επιδράσεις των τεχνών στα άτομα και τις κοινωνίες ήδη στην εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Τονίζουν τον ευρωκεντρικά εκ-δημοκρατικό και εκ-πολιτιστικό χαρακτήρα τους και αναγνωρίζουν δύο προσεγγίσεις στην «αξία» τους. Την εγγενή αξία (intrinsic), δίνοντας έμφαση στις αισθητικές ποιότητες των πολιτιστικών αγαθών ως έργων τέχνης και την εργαλειακή αξία (instrumental), επικεντρώνοντας στον ρόλο τους ως παιδαγωγικά μέσα μόρφωσης αλλά και δημιουργίας πολιτικών (civic) ταυτοτήτων (Ibidem). Ειδικά η δεύτερη, γίνεται ιδιαίτερα σαφής στο βρετανικό παράδειγμα, όπου στα πλαίσια της φιλοσοφικής θεωρίας του πολιτικού ουμανισμού (civic humanism) οι τέχνες αντιμετωπίζονται ήδη από το 1800 και έπειτα ως προνομιακό εργαλείο συγκρότησης «πολιτών» με έμφαση στις μάζες της εργατικής τάξης. Πρόκειται για μια προσέγγιση των τεχνών σε πλήρη εφαρμογή μέχρι και σήμερα (Hartley 2005: 6 – 8).

Αυτή η εργαλειακή πλευρά της «αξίας» των τεχνών, η οποία θεωρήθηκε ότι παράγει οικονομικά αλλά και κοινωνικο-πολιτισμικά αποτελέσματα, έγινε προσπάθεια από το DCMS και το Arts Council England (ACE) να τεκμηριωθεί και να ποσοτικοποιηθεί κατά το δυνατόν ακριβέστερα και αντικειμενικότερα. Μαζί με τους οικονομικούς δείκτες, οι οποίοι είναι όπως προαναφέρθηκε σχετικά εύκολο να αποτυπωθούν, δημιουργήθηκε η ανάγκη για περαιτέρω έρευνα στο τομέα της μέτρησης του αντίκτυπου των τεχνών στα άτομα και την κοινωνία.

Επιπλέον, η Towse υπογραμμίζει την ανάγκη η δημόσια πολιτική να «αποδείξει» την επίτευξη αυτών των στόχων, διότι η επιδότηση των τεχνών αφορά χρήματα φορολογουμένων, και η διαφάνεια είναι εξόχως σημαντική (2010: 36). Σημειώνει όμως, ότι αυτό είναι ένα εγχείρημα αρκετά απαιτητικό λόγω της αδυναμίας ολοκληρωμένης και αξιόπιστης μεθοδολογίας ορισμού, συλλογής και ανάλυσης των απαιτούμενων δεδομένων (Ibid: 37).

Επιπρόσθετα, η Belfiore τονίζει ότι η σύνδεση του πολιτιστικού τομέα με άλλους τομείς δημόσιων πολιτικών, όπως η αστική αναβάθμιση, η καταπολέμηση της εγκληματικότητας και η υγεία, προκάλεσε την αντικατάσταση του «μη δημοφιλούς» όρου «επιδότηση» με τον ελκυστικότερο, «επένδυση». Σκοπός ήταν η δικαιολόγηση της μεταφοράς κεφαλαίων από αυτούς τους τομείς προς τις τέχνες. Το φαινόμενο ονομάστηκε «πολιτική προσάρτηση» (policy attachment) και για να δικαιολογηθεί, έπρεπε να συνοδεύεται από στέρεα στοιχεία τεκμηρίωσης της αποτελεσματικότητας της επένδυσης (2006: 21, 24).

Ας εστιάσουμε όμως στο προς ανάλυση άρθρο. Για την ορθότερη μέτρηση του διττού χαρακτήρα της «αξίας» των τεχνών, ο Pinnock προτείνει την εισαγωγή της παραμέτρου του χρόνου, ισχυριζόμενος ότι είναι όχι μόνο πλήρως συμβατή με την χρηματοοικονομική αντίληψη μέτρησης, αλλά μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ακρίβειά της. Η κρισιμότητα της πρότασης γίνεται αντιληπτή, αν λάβουμε υπόψη ότι οι προβλέψεις των καταναλωτικών συμπεριφορών και της επιτυχίας των παραγόμενων προϊόντων των δημιουργικών βιομηχανιών είναι εξαιρετικά επισφαλής (Hesmondalgh 2008: 2).

Για να ενισχύσει την θέση του φέρνει στο προσκήνιο την οικονομική θεωρία της οριακής χρησιμότητας. Σύμφωνα με αυτή, η κατανάλωση ενός προϊόντος μειώνει την οριακή χρησιμότητά του, δηλαδή την άντληση ευχαρίστησης από αυτή, όσο αυξάνει η ολική χρησιμότητά του, δηλαδή η ίδια η πράξη της κατανάλωσης (Κώττης & Κώττη 2005: 187). Ο Pinnock αντλώντας από το έργο του των «προπατόρων» αυτής της θεωρίας, τον Gossen και τον Jevons, προχωρά σε συγκριτική ανάλυση των προσεγγίσεών τους. Ο πρώτος όρισε τον χρόνο κατανάλωσης προϊόντων ως δείκτη μέτρησης της ευχαρίστησης που αντλούν τα άτομα από αυτά (Steedman 2002: 21 – 40), ενώ ο δεύτερος όρισε αντίστοιχα τον ρυθμό κατανάλωσης των προϊόντων προβάλλοντας την οικονομική διάσταση της αξίας τους και της συναλλαγής (Jevons 1888: 46-7). Αυτή η αντικατάσταση έχει σοβαρές συνέπειες όσον αφορά την μέτρηση της «αξίας».

Στον ορισμό των οικονομιών, των Brennan και Pettit, διαβάζουμε ότι πρόκειται για «συστήματα οικονομιών όπου περιορισμένοι πόροι κατανέμονται ανάμεσα σε ανταγωνιζόμενα μέρη» (2004: 2). Ακολουθώντας τον Jevons και την νεοκλασική παράδοση των οικονομικών, στη θέση των πόρων μπαίνει το χρήμα, ενώ σύμφωνα με τον Gossen τη θέση αυτή καταλαμβάνει ο χρόνος. Πρόκειται για θεμελιώδη αλλαγή. Αντί του χρήματος,  ο χρόνος γίνεται τώρα ο περιορισμένος πόρος βάσει του οποίου ο homo economicus θα ρυθμίσει την κατανάλωση των αγαθών του.

O Steedman στο έργο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Consumption takes time», δηλώνει ότι η λήψη αποφάσεων και εν τέλει η ίδια η κατανάλωση, απαιτούν χρόνο και ο χρόνος αυτός κοστίζει (2002: 143). Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι η κεντρική θέση του χρόνου στο πλαίσιο που περιγράφηκε παραπάνω, είναι κάθε άλλο παρά άγνωστη στην επιστήμη των οικονομικών, συμπεραίνοντας ότι μια τέτοια προσέγγιση είναι καινοφανής και μόνο, αφού οι ρίζες της στην οικονομική θεωρία είναι περίπου 160 ετών (Ibid: 142).

Κλείνοντας, χαρακτηριστικά είναι για το ζήτημα που αναλύσαμε τα λόγια του Schopenhauer τα οποία παραθέτει ο Steedman: «Η αγορά βιβλίων θα ήταν καλό πράγμα, αν κάποιος θα μπορούσε να αγοράσει και τον χρόνο μέσα στον οποίο να τα διαβάσει» (Ibid: 1).

*Ο Andrew Pinnock είναι Head of Music και Reader in Musicology, Arts Management και Cultural Policy στο University of Southampton. Επίσης διετέλεσε Head of Music στο Arts Council England από το 2000 έως το 2004. http://www.southampton.ac.uk/music/about/staff/ajp.page.

Το εν λόγω άρθρο του Andrew Pinnock είναι διαθέσιμο κατόπιν συνδρομής στο επιστημονικό περιοδικό Cultural Trends, Vol. 18, No1 του 2009.

Βιβλιογραφία

ACE (2010) Great Art For Everyone. A Strategic Framework For The Arts. τελευταία προσβ. 10/02/2013 στο http://www.artscouncil.org.uk/media/uploads/achieving_great_art_for_everyone.pdf
Belfiore, Eleonora (2006) ‘The social impacts of the arts – myth or reality?’ in Munira Mirza (ed), Culture Vultures, London: Policy Exchange, pp. 20 – 37.
Belfiore, Eleonora & Bennett, Oliver (2008) The Social Impact of the Arts. An Intellectual History, London: Palgrave Macmillan.
Brennan, Geoffrey & Pettit, Philip (2004) The Economy of Esteem, Oxford: Oxford University Press.
DCMS (1998) Creative Industries Mapping Document 1998. Τελευταία προσβ. 10/02/2013 στο http://webarchive.nationalarchives.gov.uk/20100407120701/http://www.culture.gov.uk/reference_library/publications/4740.aspx
DCMS (2001) Creative Industries Mapping Document 2001. Τελευταία προσβ. 10/02/2013 στο http://webarchive.nationalarchives.gov.uk/+/http:/www.culture.gov.uk/reference_library/publications/4632.aspx/
Flew, Terry (2012) The Creative Industries. Culture and Policy, London: SAGE Publications Ltd.
Hartley, John (2005) ‘Creative Industries’ στο John Hartley (ed), Creative Industries, Oxford: Blackwell Publishing Ltd, pp. 1 – 40.

Hesmondalgh, David (2008) ‘Cultural and Creative Industries’ στο Tony Bennett & John Frow (eds), The SAGE Handbook of Cultural Analysis, London: SAGE Publications Ltd τελευταία προσβ. 15/10/2011 στο <http://www.sage-ereference.com/view/hdbk_culturanalysis/n26.xml&gt;.

Jevons, W. Stanley (1888) The Theory of Political Economy, London: Macmillan, τελευταία προσβ. 10/02/2013 στο http://files.libertyfund.org/files/625/Jevons_0237_EBk_v6.0.pdf
McMaster, Brian (2008) Supporting Excellence in the Arts. From Measurement to Judgement, London: DCMS τελευταία προσβ. 10/02/2013 στο http://webarchive.nationalarchives.gov.uk/+/http://www.culture.gov.uk/images/publications/supportingexcellenceinthearts.pdf
Pinnock, Andrew (2009) ‘The measure of all things: on the use of time as a value indicator in arts impact assessment’, Cultural Trends, Vol. 18, No. 1, pp. 47 – 74.
Steedman, Ian (2002) Consumption takes tiime: Implications for ecomomic theory, London: Routledge.
Throsby, David (2010) The Economics of Cultural Policy, Cambridge: Cambridge University Press.
Towse, Ruth (2010) A Textbook of Cultural Economics, Cambridge: Cambridge University Press.

Κώττης Γεώργιος & Αθηνά Κώττη (2005) Σύγχρονη Μικροοικονομική, Αθήνα: Εκδόσεις Μπένου.

Ιστοσελίδες

http://www.culture.gov.uk/publications/8682.aspx (τελευταία προσβ. 10/02/2013)
http://www.artscouncil.org.uk/ (τελευταία προσβ. 10/02/2013)
http://www.culture.gov.uk/ (τελευταία προσβ. 10/02/2013)

Copyright © All Rights Reserved πλην της συνοδευτικής φωτογραφίας.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s