Κοινωνια / Πολιτισμος

Τουρκικές τηλεοπτικές σειρές στην ελληνική ιδιωτική τηλεόραση. Μύθοι και αλήθειες.


ingres_odalisque_slaveΤα τελευταία χρόνια έχει κάνει ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του στο δημόσιο διάλογο το φαινόμενο της συνεχούς προβολής τουρκικών καθημερινών τηλεοπτικών σειρών στην ελληνική ιδιωτική τηλεόραση. Καλλιτέχνες, συντελεστές, κριτικοί, ακαδημαϊκοί, πολιτικοί αλλά και καθημερινοί άνθρωποι καταθέτουν τη γνώμη τους η οποία εκτείνεται από τον άκρατο ενθουσιασμό μέχρι τις πιο «σκοτεινές» συνομωσιολογικές θεωρίες περί υποτιθέμενης προετοιμασίας του εδάφους για τουρκική εισβολή στο κοντινό μέλλον. Παρ’ όλ’ αυτά το ζήτημα χρήζει αναμφισβήτητα προσεκτικής, αλλά και ψύχραιμης ανάλυσης, διότι θετικές ή αρνητικές πρώτου επιπέδου αναγνώσεις μπορούν να λειτουργήσουν παραμορφωτικά αποκρύπτοντας σημαντικές πτυχές που είναι αναγκαίο να αναδειχθούν.

Σύμφωνα με άρθρο του στην εφημερίδα Politica της Σερβίας αποσπάσματα του οποίου αναδημοσιεύει η κυπριακή εφημερίδα  Ο Φιλελεύθερος (20 Νοεμβρίου 2012, σ.4), ο Βόισλαβ Λάλιτς σχολιάζοντας σχετικά, αναφέρεται σε «εξωτερική τουρκική πολιτική ήπιας δυνάμεως» την οποία παρουσιάζει ως «πρόκληση… (που)  δεν αντιστάθηκε ούτε η Ελλάδα, ως ιστορικός αντίπαλος της Τουρκίας» παραθέτοντας παράλληλα τα ανοικτά ζητήματα των δύο χωρών όσον αφορά το Αιγαίο και την Κύπρο. Υπογραμμίζει την διεθνή τηλεοπτική επιτυχία των εν λόγω σειρών, τη μεγάλη κερδοφορία τους καθώς και το γεγονός ότι συμβάλλουν στην αύξηση της τουριστικής κίνησης στην γείτονα. Ακολούθως συνδέει τα συγκεκριμένα τηλεοπτικά προϊόντα, ως εργαλεία προπαγανδισμού, με την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας στον αραβικό κόσμο, όπου παρουσιάζεται η ίδια ως ελκυστικό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πρότυπο για όλα τα μουσουλμανικά έθνη – κράτη. Σημειώνει τις αρνητικές κριτικές που διατυπώθηκαν σε καλλιτεχνικό επίπεδο, αλλά και τις αντιδράσεις ακραίων ισλαμιστών οι οποίοι χαρακτηρίζουν ως «απαράδεκτο και δυτικό τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν οι Τούρκοι σουλτάνοι». Τέλος προσθέτει και τις ελληνικές κριτικές (ενν. αρνητικές) χαρακτηρίζοντάς τες, μεμονωμένες.

Είναι προφανές ότι ο κ. Λάλιτς αρθρογραφεί έχοντας στο νου του το περιβόητο πια δόγμα Νταβούτογλου, το οποίο σε αδρές γραμμές αναγνωρίζει ως ζωτικό χώρο της Τουρκίας την επικράτεια της παλαιάς Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με αυτό, κύριος στρατηγικός της στόχος οφείλει να είναι η αύξηση της πολιτικής επιρροής της στις χώρες του αραβικού κόσμου και της Μέσης Ανατολής ευρύτερα. Ένα σημαντικό μέσο προς αυτήν την κατεύθυνση είναι και η πολιτισμική επιρροή μέσω της προώθησης πολιτιστικών προϊόντων μαζικής κατανάλωσης, όπως είναι μεταξύ άλλων και οι τηλεοπτικές σειρές. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα γεγονότα της αραβικής άνοιξης, η τουρκική πολιτική ελίτ υποστήριξε αναφανδόν αποκλειστικά και μόνο τους αντάρτες, στοχεύοντας στην συμπάθεια των λαϊκών μαζών και συνακόλουθα στην προνομιακή σχέση της με τις αναδυόμενες πολιτικές τους ηγεσίες. Η κυβέρνηση Ερντογάν συστηματικά προβάλει εαυτόν ως το λαμπρό παράδειγμα συγκερασμού δημοκρατικής εξουσίας και ισλαμικής θεολογίας θεωρώντας ότι, κατ’ αυτό τον τρόπο, στην μετά-αυταρχική περίοδο πολιτικής διακυβέρνησης των αραβικών κρατών θα κατέχει ρόλο ρυθμιστικό – επεμβατικό στο εσωτερικό τους, δίχως την ανάγκη εξωτερικής στρατιωτικής επιβολής, αλλά κερδίζοντας την συμπάθεια και τον θαυμασμό των καταπιεσμένων μουσουλμανικών λαών, υποδεικνύοντάς τους το δρόμο μιας μουσουλμανικής – τουρκικής εκδοχής της έννοιας της προόδου.

Μέχρι εδώ η παραπάνω λογική, αν και μένει να αποδειχθεί αν θα επαληθευθεί ή όχι, παρουσιάζει αντικειμενικά στοιχεία εγκυρότητας. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η συζήτηση περί τουρκικών σειρών στο πλαίσιο της τουρκικής πολιτιστικής διπλωματίας έχει μετρήσιμα αποτελέσματα στα γειτονικά της Τουρκίας χριστιανικά βαλκανικά κράτη. Ο κ. Λάλιτς είναι Σέρβος, πιθανά χριστιανός και παρουσιάζεται ιδιαίτερα ανήσυχος σε σχέση με την δημοφιλία των τουρκικών σειρών (υποθέτουμε και στην σερβική τηλεόραση). Ας επικεντρωθούμε όμως στο ελληνικό παράδειγμα.

Αρχικά το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε κατά τη γνώμη μου αφορά το τι αντικατέστησαν οι τουρκικές σειρές στο εβδομαδιαίο καθημερινό τηλεοπτικό πρόγραμμα των ιδιωτικών καναλιών. Είναι δύσκολο να μην αναφερθούμε στα αλήστου μνήμης φωσκολικά έπη «Λάμψη» και «Καλημέρα Ζωή» ή στους εκσυγχρονισμένους επιγόνους τους όπως την «Βέρα στο δεξί» κτλ. Αν μιλήσουμε με φορμαλιστικούς όρους, το σενάριο και των ελληνικών και των τουρκικών σειρών είναι όμοια προσχηματικό. Παρουσιάζει χάρτινους χαρακτήρες οι οποίοι αλληλεπιδρούν με κύριους άξονες το ερωτικό πάθος, το χρήμα, την αυθαιρεσία της δύναμης και της εξουσίας σε ένα μείγμα αναπαραγωγής έμφυλων, πολιτισμικών και κοινωνικών στερεοτύπων, εξόφθαλμου λαϊκισμού με κύριο παρανομαστή την διεκπεραιωτική σκηνοθεσία, την υποκριτική υπερβολή και την ενεργοποίηση των ταπεινότερων συναισθηματικών αντιδράσεων του κοινού. Η μόνη διαφορά που εγώ τουλάχιστο παρατηρώ είναι ο αυξημένος προϋπολογισμός των τουρκικών σειρών έναντι των ελληνικών, όπου γίνεται κατά κόρον χρήση εξωτερικών γυρισμάτων, ενώ και όσον αφορά τον αριθμό των ηθοποιών, των κομπάρσων, του ενδυματολογικού εύρους και της διακόσμησης των εσωτερικών χώρων δεν δύνανται να συγκριθούν σοβαρά οι πρώτες με τις δεύτερες.

Σε επίπεδο περιεχομένου αν κάτι έχει σημασία να αναφερθεί για τις τουρκικές σειρές είναι ότι πράγματι γίνεται προσπάθεια να τονισθεί ο κοσμικός – ευρωπαϊκός χαρακτήρας του έθνους – κράτους, προωθώντας όμως παράλληλα των κοσμοπολίτικη αύρα της κοινωνίας κυρίως των παράλιων της Μ. Ασίας και της Κωνσταντινούπολης. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει τους δημιουργούς να παρουσιάζουν, επίσης, τον ισλαμικό – παραδοσιακό χαρακτήρα της υπαίθρου και της Ανατολίας γενικότερα. Το κρίσιμο στοιχείο εδώ όμως είναι ότι μέσα από τη σύγκρουση των δυο κόσμων ο δεύτερος ενδύεται με τον μανδύα της νοσταλγίας του «παλαιού» που «χάνεται» χωρίς όμως απαραίτητα να αντικαθίσταται με το «νέο», αλλά εμποτίζοντάς το με την σοφία που διυλίζεται στο χρόνο και απομένει ως παρακαταθήκη μνήμης και δημιουργικής εγκιβώτισης στον «νέο» κόσμο. Άλλωστε το happy end είναι και εδώ εκ των ων ουκ άνευ.

Παραμένει όμως το ερώτημα. Αν και με ποιόν τρόπο οι τούρκικες σειρές αποτελούν οιονεί κίνδυνο για την πολιτική και πολιτισμική «ασφάλεια» ή «ακεραιότητα» της ελληνικής κοινωνίας. Οι λεγόμενες «εθνικά ευαίσθητες» περιοχές της Ελλάδας, δηλαδή οι περιοχές που διαβιούν οι μουσουλμάνοι της Θράκης, βρίθουν δεκαετίες τώρα δορυφορικών πιάτων. Οπότε το τι συμβαίνει στην ελληνική τηλεόραση δεν έχει απολύτως καμία σημασία γι’ αυτούς. Η πλειοψηφία των νόμιμων και μόνιμα εγκατεστημένων μεταναστών στην Ελλάδα προέρχονται κυρίως από χριστιανικές χώρες οπότε η όποια τουρκική πολιτιστική προπαγάνδα δεν είναι δυνατό να έχει κάποια άμεσα και μετρήσιμα αποτελέσματα σε σχέση μ’ αυτούς. Άλλωστε προς ποια κατεύθυνση θα μπορούσε να ήταν αυτά όσον αφορά τον αλβανικό ‘η τον σερβικό ή τον βουλγαρικό ή τον ρουμανικό εθνικισμό; Οι μουσουλμάνοι μετανάστες από την άλλη, είναι κυρίαρχα παράνομοι και οι συνθήκες διαβίωσής τους μάλλον δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε επαφή με την τηλεόραση γενικότερα!

Απομένουν οι Έλληνες χριστιανοί πολίτες. Παραμένουν ασαφή, όπως και για τον κ. Λάλιτς προφανώς, ο τρόπος, τα μέσα και η στόχευση της απειλής που αποτελούν οι τουρκικές σειρές στην κυρίαρχα ελληνική, λευκή και χριστιανική κοινωνία. Τα πάθη του εθνικισμού δεν ελαττώθηκαν ποτέ σοβαρά και οι λαοσυνάξεις για το μακεδονικό, τις ταυτότητες και η θύελλα των αντιδράσεων για το βιβλίο ιστορίας της έκτης δημοτικού είναι σαφείς δείκτες αυτού. Αυτό βέβαια δεν απέτρεψε την αύξηση της τουριστικής εκατέρωθεν κίνησης, είτε για λόγους προσκυνηματικούς, είτε απλής αναψυχής. Ακόμα και σήμερα θυμάμαι τις συναισθηματικά φορτισμένες περιγραφές των συγγενών μου Ποντίων όταν έφτασαν στο σπίτι των παππούδων τους στον Πόντο, στο οποίο ζουν βεβαίως ως σήμερα Τούρκοι και οι οποίοι τους δέχτηκαν με  φιλοξενία και ζεστασιά απολύτως αναπάντεχη γι’ αυτούς.

Η πολιτισμική συνάφεια, η αναγνώριση πολιτισμικών και γλωσσικών δανείων, η διατήρηση της ενθύμησης του κοινού βίου έστω και σε σημαντικό βαθμό διαμέσου των διηγήσεων των προσφύγων είναι στοιχεία τα οποία δεν παραγράφονται από το συλλογικό συνειδητό διότι επιτελούνται και αναπαράγονται διαρκώς στον καθημερινό βίο. Η κατηγορηματική επιβεβαίωση αυτής της συνάφειας έστω και με τη μορφή χονδροειδών τηλεοπτικών στερεοτύπων, παραμένει στοιχείο βασικό της κατασκευής αλλά και της ανακατασκευής της εικόνας του «άλλου». Δηλαδή της επιβεβαίωσης ή της αποδόμησής της αντίστοιχα.  Η απόλυτη άρνηση, ή η ένθερμη αποδοχή της (σημ. της συνάφειας) δημιουργούν εικόνες εξίσου ισχυρές. Απομένει η ατομική και συλλογική πνευματική και πολιτισμική συγκρότηση των υποκειμένων να φιλτράρουν αυτά τα δεδομένα και να αποφασίσουν για τη στάση τους απέναντι σ’ αυτόν τον «άλλο» ειδικά όταν μάλιστα πρόκειται για τον «προαιώνιο εχθρό». Το σημαντικό είναι να μην ξεχνούμε ότι εκτός από τη θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών του Χάντιγκτον, σοβαρά οφείλουμε να παίρνουμε και το βιβλίο του Ε. Σαϊντ «Οριενταλισμός» ο οποίος μας εφιστά την προσοχή στις δυτικά πολιτισμικά προσδιορισμένες εικόνες του «άλλου» ως ανταγωνιστή, εχθρού, έκφυλου, πολιτισμικά και κοινωνικά κατώτερου από εμάς τους ίδιους. Ειδικά στον καιρό της κρίσης που βιώνουμε, οι στερεοτυπικά τεμπέληδες και απατεώνες Έλληνες πρέπει να είμαστε λιγότερο καχύποπτοι απέναντι στην ετερότητα και πιο ανοικτοί στον πολιτισμικό διάλογο. Έστω και αν αφορμή για αυτό να αποτελούν οι τουρκικές σαπουνόπερες. Είναι και αυτό μια αρχή!

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s